Τα μεταγραφικά σενάρια συνεχίζονται και το τελευταίο θέλει τον Ηρακλή να ενδιαφέρεται για τον Ματία Ντε Σίλιο.
Με μια πρώτη ματιά, δε μοιάζει κακή επιλογή. Ο Ντε Σίλιο είναι ένας παίκτης με 40 συμμετοχές στην Εθνική Ιταλίας, πάνω από 200 στη Serie A και σχεδόν 30 στο Champions League. Με αυτό το βιογραφικό, η απουσία του από τους αγωνιστικούς χρόνους μοιάζει ως πρόβλημα που μπορεί να ξεπεραστεί. Το θέμα είναι πως δεν μιλάμε για απουσία ενός έτους, αλλά τριών.
Η αλλαγή θέσης και η μεταγραφή που «χάλασε»
Έως το 2022, ο Ντε Σίλιο αμοιβόταν με 2.7 εκατομμύρια ευρώ ετησίως και αποτελούσε αξιόπιστη λύση για τη Γιουβέντους. Οι «Μπιανκονέρι» αποφάσισαν να ανανεώσουν το συμβόλαιο του, μειώνοντας τις αποδοχές του στα 1.5 εκατομμύρια ευρώ, ώστε να επέλθει συμφωνία έως το 2025 και μάλλον το μετάνιωσαν.
Η πρώτη χρονιά μετά την ανανέωση πέρασε σχετικά ήρεμα. 25 συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις, χωρίς γκολ ή ασίστ, χωρίς να είναι φυσικά βασικός. Αυτή ήταν και η τελευταία του σεζόν σε καλή κατάσταση.
Από εκεί και πέρα, η καριέρα του άρχισε να μοιάζει με αργή εξαφάνιση. Το 2023/24 αγωνίστηκε σε μόλις μία αναμέτρηση, λόγω τραυματισμού και στην ουσία δεν επέστρεψε ποτέ. Στο πρώτο μισό της επόμενης χρονιάς ήταν στο Τορίνο, όμως δεν αγωνίστηκε λεπτό και στο δεύτερο μισό πήγε δανεικός στην Έμπολι, στην οποία αγωνίστηκε κυρίως ως κεντρικός αμυντικός. Μια αλλαγή θέσης που λέει πολλά από μόνη της.
Το συμβόλαιο του τελείωσε, η Γιουβέντους δεν τον ανανέωσε, η Έμπολι δεν τον απέκτησε με μόνιμη μεταγραφή και έμεινε ελεύθερος. Οι ομάδες φοβήθηκαν να επενδύσουν πάνω του, οι απολαβές που ζητούσε δεν βοήθησαν κι έτσι ξεκίνησε τη σεζόν χωρίς να αγωνίζεται πουθενά. Τον περασμένο Φεβρουάριο ενδιαφέρθηκε για την περίπτωση του η Κροατική Χράντεκ Κράλοβε, με τον παίκτη να προπονείται με την ομάδα, όμως η μεταγραφή του δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Είναι άγνωστο αν ο Ματσάρι τον βλέπει για το κέντρο της άμυνας ή ως εναλλακτική για τα άκρα. Είναι άγνωστο ακόμη κι αν τον θέλει για ποδοσφαιριστή ή μέλος του τεχνικού επιτελείου. Αυτό που είναι γνωστό είναι πως ένας παίκτης με τρία χρόνια ουσιαστικής αδράνειας, χωρίς σταθερή θέση και ομάδα να τον εμπιστεύεται, δύσκολα θα μπορέσει να αποτελέσει βασικό μέλος μιας ομάδας που πρωταγωνιστεί.
